Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envejecer
01
γερνάω
volverse más viejo con el tiempo, experimentar el proceso de envejecimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
envejezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
envejece
ενεστώτα μετοχή
envejeciendo
απλός αόριστος
envejeció
παθητική μετοχή
envejecido
Παραδείγματα
Envejecer es un proceso natural que todos enfrentamos.
Η γήρανση είναι μια φυσική διαδικασία που αντιμετωπίζουμε όλοι.
02
γερνάω, ωριμάζω
mejorar el sabor o la textura de un alimento después de un tiempo de reposo
Παραδείγματα
La masa de pan debe envejecer antes de hornearla.
Η ζύμη του ψωμιού πρέπει να ωριμάσει πριν ψηθεί.



























