Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enunciar
01
διατυπώνω, εκφράζω
expresar o formular algo de manera clara y formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enuncio
γ΄ ενικό πρόσωπο
enuncia
ενεστώτα μετοχή
enunciando
απλός αόριστος
enunció
παθητική μετοχή
enunciado
Παραδείγματα
El profesor enunció las reglas del examen.
Ο καθηγητής διατύπωσε τους κανόνες της εξέτασης.



























