Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entusiasta
01
ενθουσιώδης
que muestra gran interés, pasión o entusiasmo por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más entusiasta
συγκριτικός βαθμός
más entusiasta
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
entusiasta
αρσενικό πληθυντικό
entusiastas
θηλυκό ενικό
entusiasta
θηλυκό πληθυντικό
entusiastas
Παραδείγματα
Los estudiantes estaban entusiastas por el viaje escolar.
Οι μαθητές ήταν ενθουσιώδεις για τη σχολική εκδρομή.
Entusiasta
01
ενθουσιώδης
persona que siente o muestra mucho interés, pasión o entusiasmo por algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entusiastas
Παραδείγματα
Juan es un entusiasta de la música clásica.
Ο Χουάν είναι ενθουσιώδης της κλασικής μουσικής.



























