Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entusiasmar
01
ενθουσιάζω, εξιτάρω
provocar una gran excitación o entusiasmo en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entusiasmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
entusiasma
ενεστώτα μετοχή
entusiasmando
απλός αόριστος
entusiasmó
παθητική μετοχή
entusiasmado
Παραδείγματα
El anuncio de su nuevo libro entusiasma a sus seguidores.
Η ανακοίνωση του νέου της βιβλίου ενθουσιάζει τους οπαδούς της.



























