Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entusiasmado
01
ενθουσιασμένος
que siente gran interés, emoción o ganas de participar en algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más entusiasmado
συγκριτικός βαθμός
más entusiasmado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
entusiasmado
αρσενικό πληθυντικό
entusiasmados
θηλυκό ενικό
entusiasmada
θηλυκό πληθυντικό
entusiasmadas
Παραδείγματα
Estaba entusiasmado por comenzar el nuevo proyecto.
Ήταν ενθουσιασμένος να ξεκινήσει το νέο έργο.



























