Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entumecimiento
01
pérdida parcial o total de sensibilidad en una parte del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Experimentó entumecimiento y hormigueo en el brazo.



























