entristecer

Ορισμός και σημασία του "entristecer"στα ισπανικά

entristecer
01

λυπώ, λυπάμαι

ponerse triste o sentir pena por algo
entristecer definition and meaning
Παραδείγματα
Se entristecen cuando ven a las personas sin hogar.
Λυπούνται όταν βλέπουν άστεγους ανθρώπους.
02

λυπώ, θλίβω

provocar tristeza o pena en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entristezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
entristece
ενεστώτα μετοχή
entristeciendo
απλός αόριστος
entristeció
παθητική μετοχή
entristecido
Παραδείγματα
Entristece ver tantas personas sin hogar.
Λυπώ να βλέπω τόσους ανθρώπους άστεγους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store