entristecer
entristecer

Ορισμός και σημασία του "entristecer"στα ισπανικά

entristecer
01

λυπώ, λυπάμαι

ponerse triste o sentir pena por algo 
entristecer definition and meaning
Παραδείγματα
Se entristeció al ver la película triste. 

Λυπήθηκε βλέποντας τη λυπημένη ταινία.

02

λυπώ, θλίβω

provocar tristeza o pena en alguien 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entristezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
entristece
ενεστώτα μετοχή
entristeciendo
απλός αόριστος
entristeció
παθητική μετοχή
entristecido
Παραδείγματα
La noticia de su partida me entristeció profundamente. 

Η είδηση της αναχώρησής του με λυπήσε βαθιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store