Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ensordecedor
01
κουφιστικός, βουητός
que produce un ruido muy fuerte o que parece que puede dejar sordo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ensordecedor
συγκριτικός βαθμός
más ensordecedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ensordecedor
αρσενικό πληθυντικό
ensordecedores
θηλυκό ενικό
ensordecedora
θηλυκό πληθυντικό
ensordecedoras
Παραδείγματα
Durante la tormenta, los truenos eran ensordecedores.
Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, οι κεραυνοί ήταν εκκωφαντικοί.



























