enlatar

Ορισμός και σημασία του "enlatar"στα ισπανικά

enlatar
01

κονσερβοποιώ, σφραγίζω σε κουτιά

conservar alimentos sellándolos herméticamente en latas o frascos tras un tratamiento térmico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enlato
γ΄ ενικό πρόσωπο
enlata
ενεστώτα μετοχή
enlatando
απλός αόριστος
enlató
παθητική μετοχή
enlatado
Παραδείγματα
Enlató el salmón en aceite de oliva.
Κονσέρβεψε το σολομό σε ελαιόλαδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store