enconado
enconado
enceradoencogidoencarnadoencontrado

Ορισμός και σημασία του "enconado"στα ισπανικά

01

πικρός, γεμάτος μίσος

que está lleno de rencor, amargura y animosidad intensa 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enconado
συγκριτικός βαθμός
más enconado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enconado
αρσενικό πληθυντικό
enconados
θηλυκό ενικό
enconada
θηλυκό πληθυντικό
enconadas
Παραδείγματα
La discusión se volvió enconada y personal. 

Η συζήτηση έγινε πικρή και προσωπική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store