Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enconado
01
πικρός, γεμάτος μίσος
que está lleno de rencor, amargura y animosidad intensa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enconado
συγκριτικός βαθμός
más enconado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enconado
αρσενικό πληθυντικό
enconados
θηλυκό ενικό
enconada
θηλυκό πληθυντικό
enconadas
Παραδείγματα
La pelea enconada entre los vecinos requirió intervención policial.
Η πικρή μάχη μεταξύ των γειτόνων απαιτούσε αστυνομική παρέμβαση.



























