Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encarcelar
01
φυλακίζω, εγκλείω
poner a una persona en la cárcel como castigo o mientras se espera un juicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encarcelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encarcela
ενεστώτα μετοχή
encarcelando
απλός αόριστος
encarceló
παθητική μετοχή
encarcelado
Παραδείγματα
No se debe encarcelar a personas por sus ideas políticas.
Οι άνθρωποι δεν πρέπει να φυλακίζονται για τις πολιτικές τους ιδέες.



























