Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encantador
01
γοητευτικός, γοητευτικός
que genera agrado, simpatía o encanto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más encantador
συγκριτικός βαθμός
más encantador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
encantador
αρσενικό πληθυντικό
encantadores
θηλυκό ενικό
encantadora
θηλυκό πληθυντικό
encantadoras
Παραδείγματα
La pareja que conocimos era encantadora y divertida.
Το ζευγάρι που γνωρίσαμε ήταν γοητευτικό και διασκεδαστικό.
02
γοητευτικός, γοητευτικός
que resulta atractivo o cautivador a los sentidos
Παραδείγματα
La calle empedrada es encantadora y tranquila.
Ο δρόμος με τα λιθόστρωτα είναι γοητευτικός και ήσυχος.



























