Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encajar
01
ταιριάζω, τοποθετώ
colocar algo en su sitio correcto o en un lugar específico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encaja
ενεστώτα μετοχή
encajando
απλός αόριστος
encajé
παθητική μετοχή
encajado
Παραδείγματα
Encajó la llave en la cerradura y abrió la puerta.
Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά και άνοιξε την πόρτα.
02
ενσωματώνομαι, αισθάνομαι μέρος
sentirse parte de un grupo o lugar, o adaptarse a él
Παραδείγματα
Me siento cómodo y encajo con mis amigos.
Αισθάνομαι άνετα και ταιριάζω με τους φίλους μου.



























