Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encajar
01
ταιριάζω, τοποθετώ
colocar algo en su sitio correcto o en un lugar específico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encaja
ενεστώτα μετοχή
encajando
απλός αόριστος
encajé
παθητική μετοχή
encajado
Παραδείγματα
Encajé la pieza del rompecabezas en su lugar.
Έβαλα το κομμάτι του παζλ στη θέση του.
02
ενσωματώνομαι, αισθάνομαι μέρος
sentirse parte de un grupo o lugar, o adaptarse a él
Παραδείγματα
Me costó encajar en la nueva escuela.
Δυσκολεύτηκα να ενταχθώ στο νέο σχολείο.



























