Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El embarcadero
01
αποβάθρα, προβλήτα
lugar donde los barcos atracan para cargar o descargar mercancías y pasajeros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
embarcaderos
Παραδείγματα
El barco llegó al embarcadero esta mañana.
Το πλοίο έφτασε στο εμβαρκαδέρο σήμερα το πρωί.



























