Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El embarazo
[gender: masculine]
01
εγκυμοσύνη
estado de una mujer que lleva un feto en el útero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
embarazos
Παραδείγματα
El embarazo cambió su rutina diaria y sus hábitos.
Η εγκυμοσύνη άλλαξε την καθημερινή της ρουτίνα και τις συνήθειές της.
02
αμηχανία, συγκίνηση
sentimiento de incomodidad o vergüenza en una situación determinada
Παραδείγματα
Su rostro reflejaba el embarazo que sentía por la situación.
Το πρόσωπό του αντικατόπτριζε την αμηχανία που ένιωθε για την κατάσταση.



























