Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embalar
01
συσκευάζω, τυλίγω
poner cosas en cajas o envoltorios para transporte o almacenamiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
embalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
embala
ενεστώτα μετοχή
embalando
απλός αόριστος
embaló
παθητική μετοχή
embalado
Παραδείγματα
Vamos a embalar los libros antes de mudarnos.
Θα συσκευάσουμε τα βιβλία πριν μετακομίσουμε.
02
πηγαίνω πολύ γρήγορα, επιταχύνω
moverse muy rápido o aceleradamente
Παραδείγματα
El coche se embala en la autopista.
Το αυτοκίνητο επιταχύνει στον αυτοκινητόδρομο.



























