embalar

Ορισμός και σημασία του "embalar"στα ισπανικά

embalar
01

συσκευάζω, τυλίγω

poner cosas en cajas o envoltorios para transporte o almacenamiento
embalar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
embalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
embala
ενεστώτα μετοχή
embalando
απλός αόριστος
embaló
παθητική μετοχή
embalado
Παραδείγματα
Estoy embalando la ropa para enviarla a la tienda.
Συσκευάζω τα ρούχα για να τα στείλω στο κατάστημα.
02

πηγαίνω πολύ γρήγορα, επιταχύνω

moverse muy rápido o aceleradamente
Παραδείγματα
El barco se embala con viento fuerte.
Το σκάφος επιταχύνει με δυνατό άνεμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store