eléctrico

Ορισμός και σημασία του "eléctrico"στα ισπανικά

eléctrico
01

ηλεκτρικός, ηλεκτρική

que funciona mediante electricidad o está relacionado con ella
eléctrico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
eléctrico
αρσενικό πληθυντικό
eléctricos
θηλυκό ενικό
eléctrica
θηλυκό πληθυντικό
eléctricas
Παραδείγματα
Usan un horno eléctrico para cocinar.
Χρησιμοποιούν ένα ηλεκτρικό φούρνο για να μαγειρέψουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store