Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elocuente
01
εύγλωττος
que se expresa con claridad, fluidez y efectividad, impresionando a quienes lo escuchan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más elocuente
συγκριτικός βαθμός
más elocuente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
elocuente
αρσενικό πληθυντικό
elocuentes
θηλυκό ενικό
elocuente
θηλυκό πληθυντικό
elocuentes
Παραδείγματα
Juan dio un discurso muy elocuente en la ceremonia.
Ο Χουάν έδωσε μια πολύ ευφραδής ομιλία στην τελετή.
02
εύγλωττος, ευχέρεια
que habla o escribe con soltura, facilidad y claridad
Παραδείγματα
Juan es muy elocuente cuando habla inglés.
Ο Χουάν είναι πολύ εύγλωττος όταν μιλάει αγγλικά.



























