Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elocuente
01
εύγλωττος
que se expresa con claridad, fluidez y efectividad, impresionando a quienes lo escuchan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más elocuente
συγκριτικός βαθμός
más elocuente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
elocuente
αρσενικό πληθυντικό
elocuentes
θηλυκό ενικό
elocuente
θηλυκό πληθυντικό
elocuentes
Παραδείγματα
Ser elocuente ayuda a transmitir ideas con fuerza.
Το να είσαι εύγλωττος βοηθά στη μετάδοση ιδεών με δύναμη.
02
εύγλωττος, ευχέρεια
que habla o escribe con soltura, facilidad y claridad
Παραδείγματα
Ser elocuente ayuda a destacar en entrevistas de trabajo.
Το να είσαι εύγλωττος βοηθά να ξεχωρίζεις στις συνεντεύξεις εργασίας.



























