Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La elegancia
01
κομψότητα
la cualidad de ser armonioso, refinado y de buen gusto en la apariencia, los modales o el estilo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La elegancia de su vestuario era admirada por todos.
Η κομψότητα της ενδυμασίας της θαυμάστηκε από όλους.



























