Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electrónico
01
ηλεκτρονικός, ηλεκτρονικός
que funciona con electricidad o que utiliza componentes electrónicos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
electrónico
αρσενικό πληθυντικό
electrónicos
θηλυκό ενικό
electrónica
θηλυκό πληθυντικό
electrónicas
Παραδείγματα
Instalamos un timbre electrónico en la puerta.
Εγκαταστήσαμε ένα ηλεκτρονικό κουδούνι στην πόρτα.



























