electivo
e
e
e
lec
lek
lek
ti
ˈti
ti
vo
βo
bo
decisivoobjetivoadjetivopositivo

Ορισμός και σημασία του "electivo"στα ισπανικά

01

εκλεκτικός

que se elige o puede ser elegido por voto 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
electivo
αρσενικό πληθυντικό
electivos
θηλυκό ενικό
electiva
θηλυκό πληθυντικό
electivas
Παραδείγματα
El cargo de alcalde es electivo. 

Η θέση του δημάρχου είναι εκλογική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store