la eficiencia
e
e
ε
fic
ˈfiθ
φιθ
ienc
jenθ
γενθ
ia
ja
γα
existenciaasistenciadisidenciafrecuencia

Ορισμός και σημασία του "eficiencia"στα ισπανικά

01

αποτελεσματικότητα

capacidad de realizar un trabajo o actividad de manera rápida y con buen rendimiento 
la eficiencia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Mejorar la eficiencia energética es un objetivo prioritario de la empresa. 

Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας είναι ένας προτεραιώτατος στόχος της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store