Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La eficiencia
01
αποτελεσματικότητα
capacidad de realizar un trabajo o actividad de manera rápida y con buen rendimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Mejorar la eficiencia energética es un objetivo prioritario de la empresa.
Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας είναι ένας προτεραιώτατος στόχος της εταιρείας.



























