Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ecuanimidad
[gender: feminine]
01
αταραξία, ψυχραιμία
estado de serenidad y equilibrio ante situaciones difíciles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Mantener la ecuanimidad no siempre es fácil.
Η διατήρηση της ισορροπίας δεν είναι πάντα εύκολη.
02
αταραξία, αμεροληψία
actitud de imparcialidad y justicia al juzgar o actuar sin favoritismos
Παραδείγματα
Debe actuar con ecuanimidad frente a ambas partes.
Πρέπει να ενεργεί με αμεροληψία απέναντι και στα δύο μέρη.



























