la ecuanimidad
ecuanimidad

Ορισμός και σημασία του "ecuanimidad"στα ισπανικά

La ecuanimidad
01

αταραξία, ψυχραιμία

estado de serenidad y equilibrio ante situaciones difíciles 
la ecuanimidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Actuó con ecuanimidad en medio de la crisis. 

Ενήργησε με αταραξία στη μέση της κρίσης.

02

αταραξία, αμεροληψία

actitud de imparcialidad y justicia al juzgar o actuar sin favoritismos 
Παραδείγματα
El juez actuó con ecuanimidad en el caso. 

Ο δικαστής ενήργησε με αμεροληψία στην υπόθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store