Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ecosistema
[gender: masculine]
01
οικοσύστημα
conjunto de seres vivos y su entorno que interactúan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ecosistemas
Παραδείγματα
La contaminación afecta negativamente a todos los ecosistemas.
Η ρύπανση επηρεάζει αρνητικά όλα τα οικοσυστήματα.
Λεξικό Δέντρο
ecosistema
eco
sistema



























