Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El eco
[gender: masculine]
01
ηχώ
repetición de un sonido al reflejarse en una superficie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ecos
Παραδείγματα
Un eco lejano se escuchaba desde la colina.
Ένα μακρινό ηχώ ακουγόταν από τον λόφο.
02
ηχώ, επίπτωση
efecto o consecuencia que sigue a un hecho o acción
Παραδείγματα
Las acciones del artista tuvieron eco en la crítica.
Οι ενέργειες του καλλιτέχνη βρήκαν απήχηση στην κριτική.



























