Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El déspota
01
δεσπότης, τύραννος
un gobernante que ejerce el poder de forma absoluta, cruel y opresiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déspotas
Παραδείγματα
El déspota gobernó el país durante veinte años de terror.
Ο δεσπότης κυβέρνησε τη χώρα για είκοσι χρόνια τρόμου.
LanGeek



























