Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El déspota
[gender: masculine]
01
δεσπότης, τύραννος
un gobernante que ejerce el poder de forma absoluta, cruel y opresiva
Παραδείγματα
Nadie se atrevía a criticar al déspota en público.
Κανείς δεν τολμούσε να κριτικάρει τον δεσπότη δημοσίως.



























