Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El déficit
01
έλλειμμα
falta o insuficiencia de algo, especialmente de dinero, recursos o equilibrio entre ingresos y gastos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déficits
Παραδείγματα
El país registró un déficit presupuestario este año.
Η χώρα κατέγραψε έναν προϋπολογισμό έλλειμμα φέτος.
02
έλλειμμα
cantidad que falta para equilibrar una situación o falta de algo necesario
Παραδείγματα
Hay un déficit de personal en el hospital.
Υπάρχει έλλειψη προσωπικού στο νοσοκομείο.



























