el dramático
dramático

Ορισμός και σημασία του "dramático"στα ισπανικά

01

δραματουργός, θεατρικός συγγραφέας

persona que escribe obras de teatro 
el dramático definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dramáticos
αρσενικό ενικό
dramático
θηλυκό ενικό
dramática
neutral form
dramaturgo
Παραδείγματα
Shakespeare fue un famoso dramático inglés. 

Ο Σαίξπηρ ήταν ένας διάσημος Άγγλος δραματουργός.

dramático
01

θεατρικός, δραματικός

relativo al teatro o que tiene un estilo emotivo y llamativo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más dramático
συγκριτικός βαθμός
más dramático
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dramático
αρσενικό πληθυντικό
dramáticos
θηλυκό ενικό
dramática
θηλυκό πληθυντικό
dramáticas
θεματικό πεδίο
teatro, arte, comportamiento
Παραδείγματα
Su actuación fue muy dramática y emocionó al público. 

Η ερμηνεία της ήταν πολύ δραματική και συγκίνησε το κοινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store