disuelto
disuelto

Ορισμός και σημασία του "disuelto"στα ισπανικά

01

διαλυμένος, λιωμένος

que se ha mezclado completamente en un líquido formando una solución 
disuelto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
disuelto
αρσενικό πληθυντικό
disueltos
θηλυκό ενικό
disuelta
θηλυκό πληθυντικό
disueltas
Παραδείγματα
El azúcar está completamente disuelto en el agua. 

Η ζάχαρη έχει διαλυθεί πλήρως στο νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store