el disturbio
disturbio

Ορισμός και σημασία του "disturbio"στα ισπανικά

01

ταραχή, αναστάτωση

un desorden público o alboroto violento que involucra a un grupo de personas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
disturbios
Παραδείγματα
La policía utilizó gases lacrimógenos para controlar el disturbio. 

Η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα για να ελέγξει τη διατάραξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store