Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La disidencia
01
διαφωνία, ασυμφωνία
el desacuerdo o la diferencia de opinión, especialmente con una doctrina o autoridad establecida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su disidencia con la política oficial le costó su puesto en el ministerio.
Η αντιφρονούσα του στάση με την επίσημη πολιτική του κόστισε τη θέση του στο υπουργείο.



























