disciplinario
disciplinario

Ορισμός και σημασία του "disciplinario"στα ισπανικά

disciplinario
01

πειθαρχικός, σχετικός με την πειθαρχία

relacionado con el mantenimiento del orden y la disciplina, especialmente dentro de una institución 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
disciplinario
αρσενικό πληθυντικό
disciplinarios
θηλυκό ενικό
disciplinaria
θηλυκό πληθυντικό
disciplinarias
Παραδείγματα
El soldado enfrentó un procedimiento disciplinario por desobediencia. 

Ο στρατιώτης αντιμετώπισε μια πειθαρχική διαδικασία για ανυπακοή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store