Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disciplinario
01
πειθαρχικός, σχετικός με την πειθαρχία
relacionado con el mantenimiento del orden y la disciplina, especialmente dentro de una institución
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
disciplinario
αρσενικό πληθυντικό
disciplinarios
θηλυκό ενικό
disciplinaria
θηλυκό πληθυντικό
disciplinarias
Παραδείγματα
El reglamento disciplinario de la prisión está en la pared.
Ο πειθαρχικός κανονισμός της φυλακής είναι στον τοίχο.



























