Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La disciplina
01
πειθαρχία, πεδίο μελέτης
una rama del conocimiento o campo de estudio académico
Παραδείγματα
Su investigación se sitúa en la disciplina de la sociología urbana.
Η έρευνά του βρίσκεται στην επιστημονική περιοχή της αστικής κοινωνιολογίας.
02
πειθαρχία
la capacidad de controlar el comportamiento y las acciones para seguir reglas o lograr objetivos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La disciplina es fundamental para el éxito en cualquier deporte.
Η πειθαρχία είναι θεμελιώδης για την επιτυχία σε οποιοδήποτε άθλημα.



























