Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El directorio
[gender: masculine]
01
διοικητικό συμβούλιο
órgano de gobierno formado por un grupo de personas que dirigen una organización o empresa
Παραδείγματα
El informe fue presentado al directorio.
Η έκθεση παρουσιάστηκε στο διοικητικό συμβούλιο.
02
κατάλογος, φάκελος
estructura del sistema de archivos que organiza y almacena ficheros en un ordenador
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
directorios
Παραδείγματα
Accedieron al directorio desde la terminal.
Είχαν πρόσβαση στον κατάλογο από το τερματικό.



























