digerible

Ορισμός και σημασία του "digerible"στα ισπανικά

01

εύπεπτος

que se puede digerir o descomponer fácilmente en el estómago
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más digerible
συγκριτικός βαθμός
más digerible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
digerible
αρσενικό πληθυντικό
digeribles
θηλυκό ενικό
digerible
θηλυκό πληθυντικό
digeribles
Παραδείγματα
Un yogur natural es un lácteo muy digerible.
Ένα φυσικό γιαούρτι είναι ένα πολύ ευπεπτο γαλακτοκομικό προϊόν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store