Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La difusión
01
διάδοση, διάχυση
acción de extender o dar a conocer información, ideas o contenidos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La difusión de la noticia fue inmediata.
Η διάδοση των ειδήσεων ήταν άμεση.



























