Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
difamatorio
01
συκοφαντικός, δυσφημιστικός
que tiene la intención de dañar la reputación de alguien con declaraciones falsas o maliciosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más difamatorio
συγκριτικός βαθμός
más difamatorio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
difamatorio
αρσενικό πληθυντικό
difamatorios
θηλυκό ενικό
difamatoria
θηλυκό πληθυντικό
difamatorias
Παραδείγματα
El contenido del blog fue considerado difamatorio y fue retirado de la plataforma.
Το περιεχόμενο του ιστολογίου θεωρήθηκε δυσφημιστικό και αφαιρέθηκε από την πλατφόρμα.



























