difamar
di
di
ντι
fa
fa
φα
mar
ˈmaɾ
μαρ
figuraradornarhackearsujetar

Ορισμός και σημασία του "difamar"στα ισπανικά

difamar
01

δυσφημώ, συκοφαντώ

dañar la reputación de alguien con declaraciones falsas o maliciosas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
difamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
difama
ενεστώτα μετοχή
difamando
απλός αόριστος
difamó
παθητική μετοχή
difamado
Παραδείγματα
No debes difamar a tus compañeros de trabajo con rumores sin fundamento. 

Δεν πρέπει να δυσφημείτε τους συναδέλφους σας με αβάσιμες φήμες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store