Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
difamar
01
δυσφημώ, συκοφαντώ
dañar la reputación de alguien con declaraciones falsas o maliciosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
difamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
difama
ενεστώτα μετοχή
difamando
απλός αόριστος
difamó
παθητική μετοχή
difamado
Παραδείγματα
No debes difamar a tus compañeros de trabajo con rumores sin fundamento.
Δεν πρέπει να δυσφημείτε τους συναδέλφους σας με αβάσιμες φήμες.



























