didáctico

Ορισμός και σημασία του "didáctico"στα ισπανικά

didáctico
01

διδακτικός, εκπαιδευτικός

diseñado para enseñar o instruir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
didáctico
αρσενικό πληθυντικό
didácticos
θηλυκό ενικό
didáctica
θηλυκό πληθυντικό
didácticas
Παραδείγματα
El museo tiene exposiciones didácticas para estudiantes.
Το μουσείο έχει διδακτικές εκθέσεις για φοιτητές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store