Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
didáctico
01
διδακτικός, εκπαιδευτικός
diseñado para enseñar o instruir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
didáctico
αρσενικό πληθυντικό
didácticos
θηλυκό ενικό
didáctica
θηλυκό πληθυντικό
didácticas
Παραδείγματα
El libro didáctico ayuda a los niños a aprender matemáticas.
Το διδακτικό βιβλίο βοηθά τα παιδιά να μάθουν μαθηματικά.



























