la dictadura

Ορισμός και σημασία του "dictadura"στα ισπανικά

01

δικτατορία, αυταρχικό καθεστώς

forma de gobierno en la que una sola persona o grupo ejerce el poder absoluto sin limitaciones legales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dictaduras
Παραδείγματα
La dictadura se mantuvo en el poder mediante el control del ejército.
Η δικτατορία παρέμεινε στην εξουσία μέσω του ελέγχου του στρατού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store