Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El dibujante
01
σχεδιαστής, τεχνικός σχεδιαστής
una persona que crea dibujos técnicos, planos o diseños
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dibujantes
αρσενικό ενικό
dibujante
θηλυκό ενικό
dibujante
Παραδείγματα
El dibujante terminó los planos del nuevo edificio.
Ο σχεδιαστής ολοκλήρωσε τα σχέδια του νέου κτιρίου.
02
σχεδιαστής καρτούν
un artista que dibuja caricaturas o tiras cómicas
Παραδείγματα
El dibujante publica su tira cómica en el periódico.
Ο καρτουνίστας δημοσιεύει την κόμικς του στην εφημερίδα.
LanGeek



























