Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La determinación
01
αποφασιστικότητα, απόφαση
decisión firme de hacer algo tras deliberarlo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
determinaciones
Παραδείγματα
Su determinación puso fin al debate.
Η αποφασιστικότητά του έβαλε τέλος στη συζήτηση.
02
αποφασιστικότητα, προσήλωση
firme voluntad de lograr algo o actuar de cierta manera
Παραδείγματα
No perdió la determinación a pesar de los fracasos.
Δεν έχασε την αποφασιστικότητα παρά τις αποτυχίες.



























