la determinación

Ορισμός και σημασία του "determinación"στα ισπανικά

La determinación
01

αποφασιστικότητα, απόφαση

decisión firme de hacer algo tras deliberarlo
la determinación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
determinaciones
Παραδείγματα
Su determinación puso fin al debate.
Η αποφασιστικότητά του έβαλε τέλος στη συζήτηση.
02

αποφασιστικότητα, προσήλωση

firme voluntad de lograr algo o actuar de cierta manera
la determinación definition and meaning
Παραδείγματα
No perdió la determinación a pesar de los fracasos.
Δεν έχασε την αποφασιστικότητα παρά τις αποτυχίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store