Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desquiciado
01
ασταθής, τρελός
que ha perdido el control emocional o mental
Παραδείγματα
La situación lo dejó desquiciado.
Η κατάσταση τον άφησε εκτός εαυτού.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ασταθής, τρελός