Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despreocupado
01
ανέμελος, αδιάφορος
que no se preocupa o no muestra inquietud por las cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más despreocupado
συγκριτικός βαθμός
más despreocupado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
despreocupado
αρσενικό πληθυντικό
despreocupados
θηλυκό ενικό
despreocupada
θηλυκό πληθυντικό
despreocupadas
Παραδείγματα
Se mostró despreocupado por los resultados del examen.
Φάνηκε αδιάφορος για τα αποτελέσματα των εξετάσεων.



























