Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despojar
01
αποστερώ
quitarle a alguien o algo una cualidad, un derecho o una posesión de manera forzada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
despojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
despoja
ενεστώτα μετοχή
despojando
απλός αόριστος
despojó
παθητική μετοχή
despojado
Παραδείγματα
El tribunal puede despojar al noble de su título por traición.
Το δικαστήριο μπορεί να στερήσει τον ευγενή του τίτλου του για προδοσία.
02
απογυμνώνω, λεηλατώ
quitar por la fuerza los bienes o propiedades a alguien, especialmente durante un saqueo
Παραδείγματα
El ejército victorioso despojó la ciudad de todas sus riquezas.
Ο νικηφόρος στρατός λεηλάτησε την πόλη, αφαιρώντας όλα τα πλούτη της.



























