Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despedido
01
απολυμένος, αποκλεισμένος
que ha perdido su empleo por decisión del empleador
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más despedido
συγκριτικός βαθμός
más despedido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
despedido
αρσενικό πληθυντικό
despedidos
θηλυκό ενικό
despedida
θηλυκό πληθυντικό
despedidas
Παραδείγματα
Se siente mal por estar despedido.



























