Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desintegrar
01
αποσυντίθεμαι, διαλύομαι
hacer que algo pierda su unidad y se separe en partes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
La organización terminó desintegrándose.
Η οργάνωση τελικά διαλύθηκε.



























