Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desgastado
01
φθαρμένος, ξεθωριασμένος
una prenda que muestra signos de uso prolongado, como pérdida de color o suavidad en la tela
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desgastado
συγκριτικός βαθμός
más desgastado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desgastado
αρσενικό πληθυντικό
desgastados
θηλυκό ενικό
desgastada
θηλυκό πληθυντικό
desgastadas
Παραδείγματα
Las suelas desgastadas de sus zapatos necesitaban un reemplazo.
Οι φθαρμένες σόλες των παπουτσιών του χρειάζονταν αντικατάσταση.



























