Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desestimar
01
υποτιμώ, ελαχιστοποιώ
restar importancia a algo o considerarlo menos relevante de lo que es
Παραδείγματα
La empresa desestimó el impacto de la competencia y perdió cuota de mercado.
Η εταιρεία υποτίμησε τον αντίκτυπο του ανταγωνισμού και έχασε μερίδιο αγοράς.
02
απορρίπτω, αποδοκιμάζω
no aceptar o rechazar algo, como una petición, propuesta o argumento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desestimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desestima
ενεστώτα μετοχή
desestimando
απλός αόριστος
desestimó
παθητική μετοχή
desestimado
Παραδείγματα
Desestimaron las críticas por considerarlas infundadas.
Απέρριψαν τις κριτικές θεωρώντας τες αβάσιμες.



























