Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desestimar
01
υποτιμώ, ελαχιστοποιώ
restar importancia a algo o considerarlo menos relevante de lo que es
Παραδείγματα
No debes desestimar los riesgos de este proyecto.
Δεν πρέπει να υποτιμήσετε τους κινδύνους αυτού του έργου.
02
απορρίπτω, αποδοκιμάζω
no aceptar o rechazar algo, como una petición, propuesta o argumento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desestimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desestima
ενεστώτα μετοχή
desestimando
απλός αόριστος
desestimó
παθητική μετοχή
desestimado
Παραδείγματα
El juez desestimó la demanda por falta de pruebas.
Ο δικαστής απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης αποδείξεων.



























