Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El deseo
01
επιθυμία
sentimiento de querer algo, una aspiración o anhelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deseos
Παραδείγματα
Su deseo de éxito lo motivó a trabajar duro.
Η επιθυμία για επιτυχία τον παρακίνησε να δουλέψει σκληρά.
02
επιθυμία
sentimiento intenso de atracción o interés romántico o sexual hacia alguien
Παραδείγματα
El deseo puede ser el inicio de una relación amorosa intensa.
Η επιθυμία μπορεί να είναι η αρχή μιας έντονης ερωτικής σχέσης.



























